Το τσουνάμι και το νάμι
Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 28 Μαρτίου, 2011
http://sarantakos.wordpress.com/2011/03/28/tsu-nami/
Καμιά φορά η επικαιρότητα με προσπερνάει κι άμα δεν έχω κάτι παραπάνω να γράψω απ’ όσα έχουν ήδη γραφτεί προτιμάω να το αφήσω να περάσει, κι έτσι είχα κάνει με το τσουνάμι, τη λέξη που βάρβαρα όρμησε στην επικαιρότητά μας εδώ και 15 μέρες μετά τον μεγάλο σεισμό της Ιαπωνίας. Τελικά όμως άλλαξα γνώμη, και ιδού το παρόν.
Βέβαια, όπως θα θυμόμαστε όλοι, τη λέξη δεν τη μάθαμε τις προάλλες, την είχαμε μάθει ή είχαμε συνειδητοποιήσει ότι την ξέραμε λίγα χρόνια νωρίτερα, τα Χριστούγεννα του 2004, με τον σεισμό στον Ινδικό Ωκεανό και το φοβερό τσουνάμι που ακολούθησε και που στοίχισε σχεδόν 200.000 νεκρούς.
Στο ανάμεσα, από το 2005 έως προχτές, η λέξη χρησιμοποιήθηκε και με τη μεταφορική της σημασία, ιδίως μετά το ξέσπασμα της κρίσης· δεκάδες φορές πρέπει να έχει γίνει λόγος, σε τίτλους εφημερίδων, για τσουνάμι μέτρων, τσουνάμι αυξήσεων, τσουνάμι φόρων. Παλιότερα λέγαμε «κύμα φόρων», «ομοβροντία αυξήσεων», «μπαράζ μέτρων», μπήκε και το τσουνάμι στη φαρέτρα του κλισεδιάρη.
Το τσουνάμι είναι λέξη γιαπωνέζικη, από το tsu και το nami. Τσου είναι το λιμάνι, νάμι το κύμα. Σε ένα πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο που βρήκα μπορείτε να δείτε και πώς γράφεται το τσουνάμι στα γιαπωνέζικα. Κύμα του λιμανιού, λοιπόν, αλλά γιατί; Γιατί στην ανοιχτή θάλασσα το τσουνάμι δεν φαίνεται τόσο επίφοβο –κοντά στη στεριά όμως, που το βάθος μειώνεται, συμπιέζεται ο κινούμενος υδάτινος όγκος, όπως έγραψε κι ο φίλος Στράβωνας σε προηγούμενο σχόλιο κι έτσι υψώνεται στα πολλά μέτρα. Κι οι ψαράδες, ας πούμε, που έχουν βγει στα ανοιχτά, μπορεί να μην αντιληφθούν κάτι αφύσικο –κι όταν επιστρέψουν στο λιμάνι να το βρουν καταστραμμένο. Γι’ αυτό, κύμα του λιμανιού.
Το τσουνάμι δεν είναι παλιρροιακό κύμα, αφού δεν προκαλείται από παλίρροια. Αυτή την επισήμανση τη βρίσκω και σε ρεπορτάζ εφημερίδας του 1965, που πρέπει να είναι μια από τις πρώτες αναφορές της λέξης σε ελληνική εφημερίδα. Όχι όμως και η πρώτη, αφού βρίσκω σε εφημερίδα του 1938 (Έθνος, 18.6.1938) άρθρο που το υπογράφει ο Φιλεπιστήμων, στη στήλη Επιστήμη δι’ όλους, μόνο που η λέξη δίνεται με ελαφρώς διαφορετική μορφή: Σχηματίζεται τότε το «τσουναμές», λέξις ήτις εισήχθη εις την σεισμολογίαν και η οποία σημαίνει κύμα θαλασσίου σεισμού. Τα σχηματιζόμενα «τσουναμές» εκσπώντα επί των ακτών προκαλούν καταστροφάς μεγάλας …. Από ποια ξένη γλώσσα μετέφραζε ο Φιλεπιστήμων και μετέφερε το τσουναμές αγνοώ, πάντως σε όσες γλώσσες έχω δει τσουνάμι λέγεται σήμερα.
Όπως είδα στο ηλεδελτίο του Μάικλ Κουίνιον, στην αγγλική γλώσσα η λέξη μπήκε το 1896, με τις ειδήσεις για το καταστροφικό τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό Meiji-Sanriku τον Ιούνιο του 1896, αλλά παρέμεινε επί δεκαετίες στην αρμοδιότητα (και την ειδική ορολογία) των σεισμολόγων και των ειδικών επιστημόνων, καθώς και των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά (π.χ. ένα τσουνάμι επευφημιών) πριν χρειαστεί να εμφανιστεί με την κυριολεκτική της σημασία.
Σαν ξένη λέξη που είναι, το τσουνάμι κανονικά μένει άκλιτο, ωστόσο ταιριάζει με το κλιτικό σύστημα της ελληνικής οπότε θα μπορούσε και να κλιθεί –μάλιστα, βρήκα τον τύπο «τσουνάμια» ακόμα και σε τίτλο άρθρου του ηλεΒήματος, που γενικά κρατάει συντηρητική στάση στα γλωσσικά.
Αυτά με το τσουνάμι –τι είναι το νάμι; Στα γιαπωνέζικα, είπαμε, είναι το κύμα. Στα ελληνικά; Υπάρχει ελληνική λέξη νάμι; Εξαρτάται. Αν ανοίξετε τα λεξικά, η απάντηση είναι όχι. Αν ανοίξετε τον Παπαδιαμάντη, θα πείτε ναι, αφού το έχει και τίτλο σε διήγημά του, Το «νάμι» της, ενώ το χρησιμοποιεί και σε ένα ακόμα διήγημα, αθηναϊκό, τις Κουκλοπαντρειές, όπου η μια γειτόνισσα κακολογεί την άλλη: Η βρωμούσα! η μπαλαρίνα! η λεγάμενη! Που είναι βγαλμένο το νάμι της, εδώ και στην Πόλη!
Το νάμι της λοιπόν είναι το όνομά της, το κακό όνομα θα λέγαμε. Από τα τούρκικα το δάνειο: Nam είναι στα τούρκικα το όνομα και η φήμη. Βρίσκω πως είναι λέξη περσική, άρα συγγενική τελικά με το δικό μας όνομα. Το νάμι δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, ίσως εύλογα, μόνο στο γλωσσάριο του Κουκκίδη, ο οποίος δίνει και τη λέξη ναμλής, ο περικλεής, ο περίφημος. Ο ναμλής πια μόνο ως επώνυμο ακούγεται (και κει σπάνιος είναι), αλλά το νάμι δεν έχει χαθεί.
Το βρίσκουμε συχνούτσικα στα κυπριακά, αλλά και στα κρητικά. Βασική χρήση στα κυπριακά: ο τάδε με το νάμι, έκφραση ισοδύναμη με την κοινή ελληνική ο τάδε με το όνομα, για κάποιον διάσημο, ονομαστό. Έκανε πολυεπιχείρηση και έγινε ο Χατζηκουμής με το νάμι, που εξυπηρετούσε ολόκληρη την περιοχή. Εμείς οι καλαμαράδες θα λέγαμε εδώ «ο Χατζηϊακώβου με τ’ όνομα».
Δεν έχω πρόχειρα τα κρητικά λεξικά μου, αλλά βρίσκω ότι νάμι στα κρητικά είναι η φήμη και βλέπω τη λέξη να χρησιμοποιείται σε μαντινάδες. Βρίσκω επίσης το επίθετο ναμουντάνικος = φημισμένος, ανάλογο του ανατολίτικου ναμλής που καταγράφει ο Κουκίδης. Σε άλλες περιοχές, εκτός Κρήτης και Κύπρου, δεν έχω βρει τη λέξη ζωντανή, αλλά μπορεί να πέφτω έξω. Όποιοι από εσάς χρησιμοποιούν ή έστω ξέρουν το νάμι, να… σηκώσουν το χέρι στα σχόλια (και ας μας πουν και από πού είναι).
Τρεις λοιπόν οι σημασίες για το νάμι, η φήμη, το (καλό) όνομα, αλλά και το κακό όνομα. Λέγαν οι παλιοί, κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά να σου βγει τ’ όνομα. Όμως, κάλλιο να σου βγει το νάμι, παρά να βγει μπροστά σου το τσουνάμι.
Σχολιάστε