Μπαταρίες από την Ξάνθη σε γερμανικά υποβρύχια
|
26.06.2012
Του Γιώργου Χρηστίδη
christidis@u-r.gr |

Η παρακάτω σκηνή εκτυλίχθηκε πρόσφατα σε κεντρικό ξενοδοχείο του Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Δύο Έλληνες – ο ένας είναι ο αφηγητής του περιστατικού-, στελέχη κατασκευαστικής εταιρείας, γευματίζουν συζητώντας, όταν τους πλησιάζει μία ξένη, η οποία τους λέει: «Καλησπέρα, είστε Έλληνες;«. Όταν της απάντησαν θετικά και τη ρώτησαν πώς το κατάλαβε, εκείνη τους εξήγησε ότι είναι Γερμανίδα και ότι εργάζεται σε μία ελληνική εταιρεία με μεγάλη διεθνή παρουσία.
Η εν λόγω Γερμανίδα είναι η Christiane Serger, η δε ελληνική εταιρεία για την οποία εργάζεται είναι ηSystems Sunlight S.A.. Σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τα του διεθνούς ενεργειακού τομέα, η ιδέα ότι μία ελληνική εταιρεία κατασκευής μέσων αποθήκευσης ενέργειας θα δέσποζε στη γερμανική αγορά, ίσως ακουγόταν εξίσου απίθανη με την ιδέα ότι μια γερμανική εταιρεία… ελαιόλαδου θα μπορούσε να κατακτήσει τις ελληνικές ταβέρνες. Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση της Systems Sunlight, μιας ελληνικής εταιρείας, η οποία έχει καταφέρει, ξεκινώντας από χαμηλά τη δεκαετία του 1990, να γίνει μία από τις τρεις μεγαλύτερες παγκοσμίως στον τομέα συσσωρευτών προηγμένης τεχνολογίας και μία από τις πέντε μεγαλύτερες της Ευρώπης στον τομέα των βιομηχανικών συσσωρευτών.
Με τζίρο 115 εκατ. ευρώ το 2011, η εταιρεία διαθέτει επιχειρηματική παρουσία σε εννέα χώρες, ένα δίκτυο συνεργατών σε περισσότερες από 100, ενώ είναι ιδιαίτερα δραστήρια στη Γερμανία, όπου διατηρεί γραφεία πωλήσεων και κέντρο έρευνας και ανάπτυξης.
Μονάδα στην Ξάνθη, πελάτης το υπουργείο Άμυνας της Γερμανίας!
Με έδρα την Αθήνα, η εταιρεία έχει την παραγωγική μονάδα της στην Ξάνθη, και μεταξύ των πελατών της «μετρά» το γερμανικό υπουργείο Άμυνας, το οποίο πρόσφατα της ανέθεσε νέο συμβόλαιο (το τρίτο μέσα στην τελευταία τριετία) για την προμήθεια μπαταριών για υποβρύχια.
Η Sunlight πηγαίνει κόντρα στο στερεότυπο των εσωστρεφών, κρατικοδίαιτων ελληνικών επιχειρήσεων. Σε μία χώρα με μεγάλο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, εξάρτηση από τις εισαγωγές και ισχνές εξαγωγές, η εταιρεία εξάγει το 98% της παραγωγής της. Σε μια χώρα που μαστίζεται από τη φυγή επενδύσεων (βλ.Carrefour) και κεφαλαίων, σχεδιάζει μία νέα επένδυση πολλών εκατομμυρίων ευρώ και μάλιστα στη Βόρεια Ελλάδα. «Θα μπορούσατε να μας πείτε και τρελούς. Όχι με την έννοια ότι δεν ξέρουμε τι κάνουμε, αλλά γιατί, σε μια εποχή που κανείς δεν θέλει να επενδύσει, πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα», λέει ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Κωνσταντίνος Λαύκας (φωτ. πάνω αριστερά), καθώς πίνουμε ελληνικό καφέ σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών, συντροφιά με τον πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Χρήστο Καρτάλη (φωτ. κάτω αριστερά).
«Οι περισσότερες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ήταν κρατικοδίαιτες«, λέει ο κ. Καρτάλης. Με την εσωτερική αγορά να ανθεί και το κράτος να αποτελεί καλό πελάτη, οι εξαγωγές παραμελήθηκαν και, παρά τη μεγάλη αύξησή τους το 2011 χάρη (και) στη σημαντική συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας, αντιστοιχούν μόλις στο 22% του ΑΕΠ, στο μισό δηλαδή σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης .
Ο κ. Καρτάλης προσθέτει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούσαν κοντόφθαλμα. «Έγιναν ράθυμες. Για να επιτύχεις όμως στις ξένες αγορές χρειάζεται σκληρή δουλειά, όραμα, υπομονή και τεχνογνωσία«. Ο κ. Λαύκας ασκεί επίσης κριτική στις επιχειρηματικές πρακτικές στη χώρα μας: «Υπάρχουν τόσες ευκαιρίες. Κι όμως, δείτε τι πουλάνε οι ελληνικές επιχειρήσεις στην τεράστια αγορά της Τουρκίας ή στη Μέση Ανατολή. Σχεδόν τίποτα!». Ο κ. Καρτάλης υπερθεματίζει: «Οι επιχειρήσεις πρέπει να συμμετέχουν σε συνέδρια, να πηγαίνουν σε εκθέσεις, να βρίσκουν εταίρους, αντιπροσώπους. Δεν είναι πυρηνική φυσική. Εμείς αυτό κάνουμε. Δεν ήταν εύκολο να μπούμε, για παράδειγμα, στη γερμανική αγορά, μία από τις πιο απαιτητικές της Ευρώπης και πατρίδα του κλάδου της μπαταρίας. Χρειάστηκε χρόνος για να πείσουμε τους Γερμανούς ότι μία επιχείρηση από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα θα μπορούσε να αποδειχθεί αξιόπιστη και συνεπής«.
Σήμερα, με τις δημόσιες δαπάνες να αποτελούν παρελθόν και την εσωτερική ζήτηση να καταρρέει, οι εξαγωγές αποτελούν μονόδορμο. «Οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάλαβαν ότι έχουν δύο μόνο επιλογές: να κλείσουν ή να βρουν νέες αγορές«, λέει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδας, Δημήτης Λακασάς: “Είμαστε προτελευταίοι στις εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη. Υπάρχουν ηγέτες όπως η Γερμανία, εμείς όμως δεν ανήκουμε καν στη δεύτερη κατηγορία«.
Στελέχη – κομάντο
Ο κ. Λαύκας εξηγεί ότι η Sunlight διαθέτει «μία ομάδα από 15 στελέχη – κομάντο«, τα οποία γυρνάνε όλο τον κόσμο, αναζητώντας ευκαιρίες και εταίρους. «Ειτε είμαστε Ευρωπαίοι είτε δεν είμαστε. Φανταστείτε να ήσασταν μία επιχείρηση με έδρα τη Νέα Υόρκη. Δεν θα κάνατε δουλειές στο Λος Άντζελες ή στο Σαν Φρανσίσκο; Στον ίδιο χρόνο που χρειάζεσαι για να πετάξεις από τη Νέα Υόκη στο Λος Άντζελες, με αφετηρία την Ελλάδα μπορείς να καλύψεις μία γεωγραφική περιοχή 1,5 δισ. καταναλωτών, όπου περιλαμβάνονται η Βόρεια Ινδία, η Μέση Ανατολή και η Ρωσία. Είμαστε μία χώρα 11 εκατομμυρίων, δεν χρειαζόμαστε περισσότερους. Αν μπορούσαμε να πουλήσουμε ελαιόλαδο σε όλους αυτούς, θα είχαμε σωθεί!», λέει χαρακτηριστικά.
Θα υπέθετε κανείς ότι οι εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις θα έβρισκαν σύμμαχο το κράτος, δεδομένου ότι η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να σταθεί ξανά η χώρα στα πόδια της. Κι όμως, δεν συμβαίνει αυτό – αντίθετα, οι ελληνικές επιχειρήσεις πετυχαίνουν σε πείσμα και όχι χάριν του κράτους . “Οι Έλληνες εξαγωγείς είναι μόνοι τους. Είναι υποχρεωμένοι να αντιπαλέψουν την κάκιστη εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, και ένα εχθρικό περιβάλλον στο εσωτερικό«, εξηγεί ο κ. Λακασάς, αναφερόμενος για παράδειγμα στο γεγονός ότι το δημόσιο χρωστά στους εξαγωγείς 1,5 δισ. ευρώ από επιστροφές ΦΠΑ. Ο κ. Καρτάλης υπογραμμίζει επίσης τις δυσλειτουργίες του ελληνικού τραπεζικού τομέα και τον κακή εικόνα και κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τονίζει όμως ότι το υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα παραμένει η γραφειοκρατία: «Η ελληνική γραφειοκρατία ήταν και παραμένει αντιπαραγωγική«.
Επενδύει 20 εκατ. ευρώ στην Κομοτηνή
Παρ’ όλα αυτά, η Sunlight έχει αφιερώσει πολύ χρόνο και χρήμα στην Ελλάδα για να τα παρατήσει. Σύμφωνα με τον κ. Καρτάλη, η εταιρεία έχει επενδύσει περισσότερα από 100 εκατ. ευρώ ήδη στην Ελλάδα, κι ετοιμάζεται να επενδύσει άλλα 20 εκατ. ευρώ, για την κατασκευή μονάδας ανακύκλωσης μολύβδου κοντά στην Κομοτηνή. «Θα είναι η πρώτη επένδυση στην Κομοτηνή εδώ και εννέα χρόνια, η οποία θα δημιουργήσει 80 νέες θέσεις εργασίας”, εξηγεί. “Πιστεύουμε στην παραγωγή στην Ελλάδα. Στην Ξάνθη, έχουμε αναπτύξει την τεχνογνωσία και εξειδίκευση του προσωπικού μας. Οι μπαταρίες δεν ειναι οδοντογλυφίδες. Έχουμε ανθρώπους εκεί, οι οποίοι εξελίχθηκαν μαζί με την εταιρεία. Η Sunlight ξεκίνησε σαν μια μικρή εταιρεία παραγωγής φορητών μπαταριών, και σήμερα είναι μία από τις τρεις μεγαλύτερες στον κλάδο της αποθήκευσης ενέργειας παγκοσμίως«, προσθέτει ο κ. Λαύκας.
Η συζήτησή μας στρέφεται στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Όταν τον ρωτώ αν αυτές έχουν επιβαρυνθεί λόγω της κρίσης, ο κ. Λαύκας απαντά αρνητικά: «Έχουμε εξαιρετική σχέση με το προσωπικό μας στη Γερμανία, με τους πελάτες και τους προμηθευτές μας. Πρόσφατα μάλιστα προσλάβαμε ένα νέο στέλεχος, μία Γερμανίδα, την οποία αποσπάσαμε από μία πολύ επιτυχημένη θέση σε γερμανό ανταγωνιστή«.
«Σοκαρίστηκαν όταν είπα ότι θα δουλέψω σε ελληνική εταιρεία»
Αναφέρεται στην κ. Serger, η οποία, όταν γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εργαστεί σε ελληνική εταιρεία, η αντίδραση από πολλά φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα αλλά και από το επαγγελματικό της περιβάλλον, ήταν η δυσπιστία και η επιφύλαξη. Όπως θυμάται, «ορισμένοι στο άμεσο περιβάλλον μου, ιδίως συγγενείς μου, κάπως σοκαρίστηκαν. Χρειάστηκε να τους πείσω για την ποιότητα της εταιρείας, για την οικονομική σταθερότητα και για την αποφασιστικότητά μου να αναλάβω αυτή την πρόκληση» .
Ακόμα και η ίδια αντιμετώπισε αρχικά με επιφύλαξη την πρόσκληση να έρθει στην Ελλάδα και να συναντήσει τη διοίκηση της Sunlight. Τι την έκανε να πει τελικά το ναι; «Μετά την πρώτη μου συνέντευξη με τον κ. Λαύκα, κατάλαβα αμέσως ότι μιλούν εντελώς διαφορετική γλώσσα από άποψη νοοτροπίας. Στη συνάντησή μου με τον κ. Καρτάλη, η αίσθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε«. Όμως αυτό που έπεισε οριστικά την κ. Serger ήταν οι εγκαταστάσεις: “Έχω δει πολλά ευρωπαϊκά εργοστάσια στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στην Ελβετία. Η μονάδα της Sunlight στην Ξάνθη είναι η πιο σύγχρονη και εξελιγμένη«, εξηγεί.
Μάλιστα, από τότε που άρχισε να εργάζεται στη Sunlight η κ. Serger λειτουργεί σαν πρεσβευτής μεταξύ των δύο χωρών. «Λέω στους Γερμανούς να κάνουν τις διακοπές τους στην Ελλάδα. Τους διαβεβαιώνω ότι κανείς δεν μου έχει φερθεί άσχημα λόγω της καταγωγής μου στη χώρα σας, όπως με ρωτούν πολλοί συμπατριώτες μου. Αντιθέτως, πάντα όλοι είναι φιλόξενοι και ευγενείς τόσο στην εταιρεία όσο και στον δρόμο”.
Σχολιάστε