Passipoularidou’s Weblog

Μαρτίου 9, 2013

Μια φορά και έναν καιρό…

Filed under: Uncategorized — passipoularidou @ 4:19 μμ

Μια φορά και έναν καιρό…

 

Ήταν κάποτε μια νεαρή γυναίκα που πάντοτε μπερδευόταν μπρος στους δρόμους που ανοίγονταν μπροστά της. Αναρωτιόταν για τη διαδρομή που θα επέλεγε, σχεδίαζε στο μυαλό της χάρτες, ρωτούσε γνώμες από τους περαστικούς, σκεφτόταν όλες τις πιθανές εναλλακτικές, φαντασιωνόταν τα εμπόδια που θα συναντούσε στο ταξίδι της. Πολλές φορές την έβλεπες να κάθεται οκλαδόν πάνω στη μεγάλη πράσινη βαλίτσα της σε κάποιο σταυροδρόμι με την αγωνία στο βλέμμα που ατένιζε το άπειρο. Ήταν μια φιγούρα γραφική με τα κόκκινα μαλλιά της να γίνονται ένα με το κόκκινο παλτό της και να πυρώνουν το διάβα της, μια όψη θεατρική , θα την έλεγε κανείς παραμυθένια.

Βάδιζε χρόνους δέκα κάνοντας κύκλους γύρω από τον εαυτό της μέχρι που έκανε την πρώτη της ρυτίδα και δεν είχε βρει ακόμα το μέρος να ριζώσει. Και μετά ήρθε και η δεύτερη ρυτίδα να της θυμίζει το λαβύρινθο, στον οποίο περιπλανιώταν. Και φτου και από την αρχή. Ήθελε να κρύψει το πρόσωπό της να μην το ξαναδεί κανείς πια, ούτε εκείνη, ήθελε απλά να χαθεί μες το δάσος και να μην χάνεται πια σε δρόμους που δεν την βγάζουν πουθενά. Απλά να εξαφανιστεί πριν αναγκαστεί να επιλέξει το που, με ποιόν, γιατί και εως πότε. 

Ήταν μέχρι τότε μια γυναίκα μετέωρη, αιωρούνταν πάνω από τα τοπία, πάνω από τις λέξεις και πολύ πιο πάνω από τα όρια της ζωής. Επιθυμούσε την ελευθερία και εγκλωβιζόταν μέσα στην ανάγκη της για αυτήν. Σύντομα έγινε σκλάβα του εαυτού της, μέσα στο φόβο της υποταγής στα πρέπει και στα ναι. Ήξερε πως κάθε ναι, έκρυβε μέσα του ένα όχι, και δεν το άντεχε. Ήθελε όλη η ζωή της να κολυμπά μέσα στα ναι, να αρπάζει με τα χέρια της όποιο βρει εύκαιρο και να το καταπίνει λαίμαργα. Το να στερηθεί έστω και κάτι μικρό της φαινόταν αδιανόητο. Για αυτό στεκόταν παγωμένη μπρος στα σταυροδρόμια, γιατί την τρόμαζε το τι θα εγκατέλειπε πριν καν το γνωρίσει. Για αυτό κάθε φορά γινόταν πιο δύσκολη η επιλογή και στεκόταν όλο και περισσότερο παγωμένη μες τη μέση του δρόμου, ενώ πάνω της έπεφτε η βροχή, το χαλάζι, ο καυτός ήλιος και εκείνη εξακολουθούσε να μένει εκεί, σαν ανέκφραστο άγαλμα.

Ξεθώριαζε και η βαλίτσα της χρόνο με το χρόνο, μέχρι που το χρώμα της έγινε απροσδιόριστο. Και γινόταν όλο και πιο βαριά ταξίδι με το ταξίδι. Δεν μπορούσε να την κουβαλήσει πια, ούτε καν να τη σύρει αργά αργά. Μια μέρα απελπίστηκε τόσο που ζήτησε τη βοήθεια ενός μυώδη περαστικού, αλλά σύντομα τον έδιωξε, γιατί ασφυκτιούσε με την παρουσία του. Έκρυψε τη βαλίτσα της πίσω από κάτι πυκνά δέντρα, ανάμεσα σε βράχους για να την προστατεύσει από τα αδιάκριτα βλέμματα και συνέχισε τη διαδρομή της θλιμμένη. Κουράστηκε πια από τις ατέλειωτες χωρίς προορισμό διαδρομές της, κουράστηκε να περπατά αδιάκοπα, κουράστηκε να βαδίζει μόνη, μα πιο πολύ την κούρασε να μην ξέρει πού θέλει να πάει και γιατί.

Έτσι μια μέρα αποφάσισε να βρει έναν συνοδοιπόρο να τη βοηθήσει να βρει τον δρόμο της. Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και ζύγιζε με το μάτι τους περαστικούς μέχρι να βρει κάποιον που θα ήταν ιδανικός. Πέρασαν νεαροί ευθυτενείς και γελαστοί, παιδιά που χοροπηδούσαν, μεσόκοπες γυναίκες που πήγαιναν στην εκκλησία, άντρες με μουστάκια και το τσιγάρο στο στόμα, αυτοκίνητα πολυτελή και σακαράκες, άνθρωποι σκυθρωποί, άνθρωποι χαμογελαστοί. Αυτή όμως διάλεξε έναν γέρο με αυλακωμένο πρόσωπο και την ξύλινη μαγκούρα στο χέρι που μονολογούσε και που και που σφύριζε έναν μελωδικό σκοπό. Τον ρώτησε αν ήθελε να περπατήσουν μαζί και της ένευσε καταφατικά. Περπατούσαν πλάι πλάι αμίλητοι, ο καθένας στο δικό του κόσμο χωρίς να ανταλλάξουν την οποιαδήποτε κουβέντα. Η νεαρή γυναίκα άρχισε να νιώθει αμήχανα και να αποζητά την προσοχή του, αυτός όμως σχεδόν την αγνοούσε.

Μέχρι που έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Αυτός γρήγορα διάλεξε τον έναν από τους τέσσερις δρόμους και συνέχισε την πορεία του, εκείνη κοντοστάθηκε μπερδεμένη για το αν θα ήταν καλό να τον ακολουθήσει, επειδή ως μεγαλύτερος ήξερε καλύτερα ή να διαλέξει κάποιον άλλον δρόμο, όμως ποιον; Ο γέρος κοντοστάθηκε και την περίμενε υπομονετικά, εκείνη κάθησε κάτω στο χώμα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Την πλησίασε, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και της είπε : « Παιδί μου, η ζωή έχει πολλούς δρόμους. Ήρθε η ώρα να διαλέξεις εκείνον για τον οποίο αξίζει το ταξίδι. Τόσα χρόνια αναλώθηκες μέσα στους φόβους σου για τη ζωή και αρνήθηκες την ευθύνη να επιλέξεις. Κάθε ναι κρύβει ένα όχι, αλλά δεν πρέπει να σε απασχολεί. Το ναι που διαλέγουμε είναι μια από τις πολλές μας δυνατότητες μέσα στις άπειρες πιθανότητες της ζωής. Άδραξε το και πήγαινε μέχρι εκεί που μπορείς, γίνε η πραγματικότητα των δυνατοτήτων σου. Ήρθε η ώρα να μεγαλώσεις παιδί μου, ήρθε η ώρα να κάνεις επιλογές με τη γνώση ότι δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Έχεις όμως πια τη δύναμη να το αντέξεις. Γίνε το ταξίδι σου. Αντίο .» 

Αυτά της είπε και εξαφανίστηκε. Και μαζί του εξαφανίστηκε και ο φόβος της. Γύρισε εκεί που είχε κρύψει τη βαλίτσα, την άνοιξε και άρχισε να βγάζει από μέσα πέτρες, μικρές, μεγάλες, μυτερές, στρογγυλές. Τις έβγαλε με ευλάβεια μια μια και της παρέταξε σε σειρά μέχρι που έφτασαν στη θάλασσα. Βρήκε μέσα και ένα πολύχρωμο μαντήλι, το φόρεσε στο λαιμό και με φόρα έριξε την άδεια πια βαλίτσα στα κύματα. Ήρεμη πια, γύρισε σε εκείνο το σταυροδρόμι και διάλεξε αμέσως ένα μονοπάτι που στο πλάι του φύτρωναν αγριολούλουδα.

Ράνια Πανουργιά
Ψυχολόγος

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: