Passipoularidou’s Weblog

Μαΐου 19, 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1461 — 1897)

Filed under: Uncategorized — passipoularidou @ 6:18 μμ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ
(1461 — 1897)
by  http://www.e-istoria.com/po26.html
Τα γεγονότα μετά την άλωση ως σήμερα (1897), για λόγους οικονομίας χώρου, θα τα γράψουμε με συντομία και επιτροχάδην, δεδομένου ότι ετοιμάζουμε δεύτερο τόμο του έργου με βάση νεότατες πηγές και άλλα ανέκδοτα έργα, που — όπως μάθαμε — θα κυκλοφορήσουν αυτό το χρόνο.
Όταν, λοιπόν, καταλύθηκε η αυτοκρατορία των Κομνηνών και κυριεύτηκε το τελευταίο καταφύγιο της ελληνικής αυτονομίας στην Ανατολή, άλλοι από τους κατοίκους της έφυγαν στα ορεινά μέρη και άλλοι μεταφέρθηκαν δια της βίας στην Κων/πολη και σ’ άλλα μέρη, όπως είπαμε• άλλοι, πάλι, υποχρεώθηκαν να εγκατασταθούν κοντά στην Τραπεζούντα προς τα Α της, γύρω από τον Άγιο Φίλιππο, και προς τα Δ γύρω από την Αγία Σοφία, ως δουλοπάροικοι των κατακτητών. Εκεί ζούσαν φοβισμένοι και έντρομοι, μη τολμώντας να κοιτάζουν την πατρίδα τους ούτε από μακριά. λιτό τότε πέρασε αρκετός χρόνος, τα μίση οπωσδήποτε κατευνάσθηκαν, και οι κατακτητές, επειδή είχαν ανάγκη από τεχνίτες κι από άλλους επαγγελματίες, άρχισαν να φέρονται πιο μαλακά προς τους χριστιανούς, οι οποίοι έτσι εγκαταστάθηκαν έξω από τα τείχη γύρω από την πόλη και σχημάτισαν μερικές ενορίες. Έτσι αποτέλεσαν αρκετό ελληνικό πληθυσμό, που ασχολούνταν με το εμπόριο και τις τέχνες και ζούσε συνήθως ήσυχη ζωή, ώσπου η σχετική ευημερία τους ενόχλησε τους ισχυρούς από το 1660 ως το 1700. Έτσι, εξαιτίας των τότε εμφανισθέντων Δερεμπέγηδων, άρχισαν να καταπιέζονται πολύ περισσότερο και από τότε αρχίζει ο δεύτερος διασκορπισμός και εξισλαμισμός των Ελλήνων, ο οποίος και πρώτα γινόταν σωρηδόν. Ιδιαίτερα στην εποχή του Σουλτάν Μεχμέτ του Δ (1648—1687), όπως λέει ο Δοσίθεος Νοταράς, πατριάρχης Ιεροσολύμων, στα “Παραλειπόμενα από την ιστορία αυτών που διετέλεσαν πατριάρχες στα Ιεροσόλυμα’’ του Αθ. Παπαδόπουλου—Κεραμέα. Αυτός λέει ότι στην εποχή του βεζίρη Μεχμέτ Κιοπρουλή “την μητρόπολη Τραπεζούντας, τον άγιο Φίλιππο, την βεβήλωσαν”. Και, στη Λαζία, εξισλαμίστηκαν οι χριστιανοί από τον ποταμό Τσαρόχη ως την Τραπεζούντα. Ο ίδιος λέει ότι το 1659 επισκέφθηκε την Τραπεζούντα ως διάκοντος του πατριάρχη Ιεροσολύμων Παϊσίου, και το 1681 ως πατριάρχης, όπως αναφέρουν οι κώδικες του Κάνιν της μητρόπολης Χαλδίας. Πράγματι, οι Τούρκοι κατακτητές επιτίθονταν εναντίον των Ελλήνων και τους άρπαζαν τις ιδιοκτησίες• έτσι, άλλοι από τους χριστιανούς γίνονταν μουσουλμάνοι και έβρισκαν την ησυχία τους, ενώ άλλοι, που έμεναν πιστοί στην πατρογονική θρησκεία τους κατέφευγαν στα δυσπρόσιτα μέρη των φαραγγιών και των στενωπών και εγκατασταίνονταν εκεί, στερημένοι τις περιουσίες τους και γεμάτοι θλίψη, όπως και οι απόγονοί τους μέχρι τώρα, έχοντας για μόνη παρηγοριά τα μοναστήρια που είχαν απομείνει γύρω τους, αυτά τους χρησίμευαν ως σχολεία και απ’ αυτά βγήκαν πολλοί αξιόλογοι μορφωμένοι άντρες, μερικοί από τους οποίους έγιναν επίσκοποι και πατριάρχες. Είναι σημαντικό το ότι όπου διατηρήθηκαν τα μοναστήρια, εκεί διατηρήθηκε και ο χριστιανισμός, ενώ όπου δεν υπήρχαν τέτοια, εκεί όλοι εξισλαμίστηκαν. Ο δε εξισλαμισμός δεν έγινε παντού την ίδια εποχή, αλλά γι’ αυτά Θα μιλήσουμε στο β’ τόμο. Κι όσοι από τους Έλληνες αλλαξοπίστησαν από ανάγκη, αυτοί τα πρώτα χρόνια φέρονταν καταδεκτικά προς τους ομοφύλους τους και πάντα γιόρταζαν μαζί και επικοινωνούσαν (όπως γίνεται και σήμερα σε πολλά μέρη)• όταν όμως το πέρασμα των χρόνων έριξε τη λήθη στην κοινή καταγωγή τους και στα ανθρώπινα συναισθήματα, οι εξωμότες έγιναν τυραννικοί προς τους υπόλοιπους που παρέμειναν χριστιανοί, αν και διατήρησαν τα ελληνικά ήθη και έθιμα• αυτοί παρουσιάζουν καθαρό τον τύπο των Ελλήνων και των Λαζών και μιλούν άλλοι την ελληνική και άλλοι την τουρκική του Πόντου, επειδή τους απείλησαν με κόψιμο της γλώσσας.
Αυτά έπαθαν σι Τραπεζούντιοι και σι άλλοι Έλληνες που παρέμειναν στις περιοχές τους, καθώς και οι άλλοι χριστιανοί. Κι από τους Τραπεζούντιους που έφυγαν προς τα βόρεια και τα δυτικά, άλλοι μεν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους κατά την άλωση ήρθαν στη Γεωργία και Πέρατεία και σ’ άλλα μέρη της παραλίας της νότιας Ρωσίας και στην Περσία, όπου βασίλευε ο Ουζούν Χασάν, και όπου συγχωνεύτηκαν με τις εκεί φυλές• άλλοι δε ήρθαν στην Κων/πολη και στη Θράκη. Κι από αυτούς, πάλι, άλλοι έμειναν εκεί και εγκαταστάθηκαν, κι άλλοι πήγαν στην Προικόνησο, στη Λήμνο, στη Θήρα και σ’ άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους και στην Πελοπόννησο, ιδίως στη Μάνη• εκεί εγκαταστάθηκαν ιδίως οι απόγονοι των Κομνηνών από τον κλάδο των γυναικών, οι Μαρουλάθες, οι Καλομεράντες και τόσοι άλλοι των οποίων τα επίθετα — σωζόμενα στους παλιούς κώδικες των μοναστηριών — σήμερα εξαφανίστηκαν, ακούγονται όμως στην Πελοπόννησο, στην Ιταλία και αλλού. Για αυτούς, μάλιστα, που εγκαταστάθηκαν στη Μάνη πολλά λέχτηκαν και γράφτηκαν, από όσους είχαν συμφέρον να αποδείξουν την αρχαία καταγωγή τους από τους Κομνηνούς.
Πράγματι, όσοι κατέφυγαν στην ελεύθερη ακόμα και ορεινή Μάνη (Λακωνία), έγιναν δεκτοί με χαρά από τους κατοίκους, κάποιος δε Νικηφόρος, παρουσιαζόμενος ως γιος του Δαβίδ (Κομνηνού), κατά την παράδοση, τιμήθηκε πολύ για τα σωματικά και ηθικά του προτερήματα, παντρεύτηκε την κόρη του Πέτρου Λασβούρη Ελένη, ή κατ’ άλλους Αλεξάνδρα, που ο πατέρας της ήταν πρόκριτος της Μάνης και απέκτησε γιο που τον ονόμασε Αλέξιο Ζ, σύμφωνα με τη σειρά των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας• διότι ο Αλέξιος Ε’ ήταν ο γιος του Καλογιάννη και ο Αλέξιος ΣΤ’ ο γιος του Δαβίδ.
Ο Νικηφόρος διακρίθηκε και ως πολιτικός και ως στρατιωτικός• αναγνωρίστηκε “πρωτογέροντας” της Μάνης, δηλ. ηγεμόνας, και έγινε γενάρχης -των εκεί Κομνηνών, που αργότερα ονομάστηκαν Στεφανόπουλοι, -των οποίων η γενιά σώζεται ακόμα στην Κορσική μ’ αυτό το όνομα. Για επιβεβαίωση της καταγωγής του Νικηφόρου, όσοι έγραψαν γι’ αυτόν αναφέρουν, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και τρία
“μαρτυρικά”, ένα της εκλογής του Νικηφόρου ως πρωτογέροντα, ένα του γάμου του και ένα του βαπτίσματός του, που έγιναν στο Οίτυλο το 1473-74.
Και το μεν πρώτο, που είναι αχρονολόγητο, έχει ως εξής:
“Η Γερουσία της Λακεδαιμονίας έκρινε και εξέλεξε πρωτογέροντα το Νικηφόρο Κομνηνό του Δαβίδ• ορκίζεται και υπόσχεται να τον διαφυλάξει από το διωγμό των βαρβάρων• και όλοι οι ιερείς και αρχιερείς φροντίζουν για τον απόγονό του”.
Το δεύτερο, για το γάμο του, έλεγε: “Εις δόξαν Χριστού αμήν 1473 στις 4 Ιανουαρίου, εμφανίστηκαν μπροστά σε μένα γραμματέα της πολιτείας Βιτύλου και στους παρακάτω υπογράφοντες μάρτυρες, /από το ένα μέρος ο εξοχώτατος άρχοντας Νικηφόρος, γιος τον αυτοκράτορα Δαβίδ Κομνηνού της Τραπεζούντας, και από το άλλο μέρος ο άρχοντας Πέτρος, πατέρας της αρχόντισσας Ελένης, την οποία δίνει στον παραπάνω εξοχώτατο Νικηφόρο ως νόμιμη σύζυγό τον, σύμφωνα με τους νόμους της Εκκλησίας• Νικηφόρος Πέτρος…”. Το τρίτο έγγραφο, το βαφτιστικό, έγραφε: “Χιλιοστό τετρακοσιοστό εβδομηκοστό τέταρτο έτος, πρώτη Ιουλίου, γεννήθηκε ένα παιδί του εξοχώτατου Νικηφόρου του αυτοκράτορα Δαβίδ Τραπεζούντας και της αρχόντισσας Ελένης του άρχοντα Πέτρου• βαφτίστηκε,
μυρώθηκε και ονομάστηκε Αλέξιος από εμένα τον αρχιερέα του Βιτύλου…”.
Και αυτά βέβαια υποστηρίζουν όσοι ενδιαφέρονταν να αναγάγουν τη γενιά τους στους Κομνηνούς• αυτοί κατόρθωσαν να αποσπάσουν και διπλώματα των Βασιλέων της Γαλλίας που να βεβαιώνουν αυτό, αλλά εμείς, όπως είπαμε στα προηγούμενα, πιστεύουμε ότι Κανένας αρσενικός Κομνηνός δεν σώθηκε από τη σφαγή του 1466 και ότι ο τελευταίος από αυτούς ήταν ο Ιωάννης Κομνηνός επίσκοπος Δρύστρας
(Τούλτσας) για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω και που στηρίζονται πάνω σε έγγραφα. Έχουμε όμως υποχρέωση να αναφέρουμε εδώ αυτά που αφορούν τους Κομνηνούς της Μάνης όπως αναφέρονται και από τους δικούς μας και από τους ξένους.
Ύστερα από το Νικηφόρο, έγινε πρωτογέροντας στη Μάνη ο γιος του Αλέξιος Ζ’, ο οποίος διακρίθηκε στις επιδρομές εναντίον των Τούρκων• αυτόν διαδέχτηκε ο γιος του Στέφανος το 1545, που αναδείχτηκε ανώτερος απ’ όλους, έκανε την εξουσία στη Μάνη κληρονομική και κέρδισε πολλές νίκες στις ναυμαχίες εναντίον των Τούρκων της Κορώνης, αποκρούοντας και τον Χασίμπεη, που ήρθε εναντίον του. Μετά το Στέφανο έγινε πρωτογέροντας ο αδελφός του Κων/ν-τίνος Α’, ο πρώτος που μετονομάστηκε Στεφανόπουλος. Διάδοχος του Κων/τίνου έγινε ο Στέφανος Β, επί του οποίου ο Μουράτ Δ’ έστειλε πολυάριθμο στρατό εναντίον της Μάνης, ο οποίος στην αρχή έφτασε ως το Οίτυλο και ύστερα αποκρούστηκε από τους Μανιάτες. Αυτόν διαδέχτηκε ο γιος του Θεόδωρος Β’, οπότε άρχισε η αντιπολίτευση εναντίον των Κομνηνών από τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Λιμπεράκη• επί Κων/τίνου Γ’ και Θεοδώρου Γ’ άρχισαν πάλι οι εχθροπραξίες των Τούρκων εναντίον της Μάνης, κατά τις οποίες οι Στεφανόπουλοι νικήθηκαν πολλές φορές.
Ο Κων/τινος Δ’ , γιος του Θεόδωρου Γ’ , με ανάρμοστο γάμο ερέθισε τα πνεύματα των συμπολιτών του και έτσι η εναντίον του αντιπολίτευση έγινε ισχυρότερη, οπότε το 1672 αναγκάστηκε να φύγει και, μαζί με τους φίλους και συγγενείς του να εγκατασταθεί σ’ άλλο μέρος. Έτσι, αφού επιβιβάστηκε σε έξι πλοία, πέρασε ανάμεσα από τον τουρκικό στόλο που περιπολούσε εκεί, έχασε όμως τα δύο πλοία και
ένα τρίτο αιχμαλωτίστηκε από τους Αλγερινούς πειρατές.
Έτσι έφτασε με τρία πλοία στη Σικελία, αλλά επειδή εκεί διεξάγονταν τότε οι μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας πόλεμοι, έφυγε στη Γένουα το 1676. Ας σημειωθεί ότι στη Σικελία αποχωρίστηκε και τέταρτο πλοίο, όπου βρίσκονταν οι Ιατραίοι, οι οποίοι πήγαν στην Τοσκάνη, όπου ζούσαν οι ομώνυμοί τους Μέδικοι. Η δε πολιτεία της Γενεύης αναγνώρισε τον Κων/τίνο αρχηγό των συνοδών του και του παραχώρησε
στην Κορσική μια περιοχή, την Παομία, υποτάσσοντας αυτούς πνευματικά στην εκκλησία του Πάπα.
Εκεί διοικούσε ο Κων/τίνος, ο οποίος, όταν πέθανε, άφησε γιο το Θεόδωρο Δ’. Αυτός, επειδή δεν τον τιμούσαν πλέον οι τοπικές αρχές, ενήργησε να εκδοθεί ένα διάταγμα που να επικυρώνει τις τιμές αυτές• έτσι ο αδελφός του, που δήθεν ονομαζόταν Καλομεράκης, στάλθηκε από τον πατέρα του προς τον Κοσμά Μέδικο στην Τοσκάνη και έγινε γενάρχης των Βοναπαρτών, όπως είπαμε στο έργο μας “Ιστορία του
Μεγάλου Ναπολέοντα”. Αλλά οι Καλόμεροι, σύμφωνα με άλλη παράδοση, φαίνονται να ανήκουν σε άλλη οικογένεια της Τραπεζούντας από το χωριό Καλομερά, και ονομάζονταν και Καλομεράντες. Μερικοί, μάλιστα, από τους Καλομεράντες αυτούς διετέλεσαν και υπουργοί των Μεγάλων Κομνηνών, όπως ένας επί Αλεξίου Γ’, που ήταν “πολέμαρχος”, όπως είπαμε. Αφού οι Στεφανόπουλοι (Κομνηνοί) εγκαταστάθηκαν στην Κορσική, δεν έμειναν ήσυχοι αλλά έδειξαν, παρότι ήταν ξένοι και λίγοι πάντοτε, την ανδρεία τους και την πολεμική τους ικανότητα πολεμώντας πάντοτε υπέρ των κατακτητών της χώρας Γενουατών και εναντίον των ντόπιων. Αλλά, επειδή οι Γενουάτες έδειξαν αγνωμοσύνη για τις πολλές υπηρεσίες των Ελλήνων, ο Κων/τίνος Στεφανόπουλος αποφάσισε να μετοικήσει στο νησί Άγιος Αντίοχος κοντά στη Σαρδηνία, που παραχωρήθηκε σ’ αυτόν από τον Δούκα της Σαβοΐας• επειδή όμως στην αποικία αυτή δεν έβρισκαν την ησυχία τους, γιατί τους ενοχλούσε ο αντιβασιλιάς της Σαρδηνίας, ο Κων/τίνος έφυγε από κει και πήγε πάλι στην Κορσική, όπου συνεργαζόταν με τους Γενουάτες• όταν δε ο γάλλος στρατηγός Δεκάστρος στάλθηκε από τον Λουδοβίκο ΙΑ’ (1643—1715), με σκοπό να εμποδίσει την απόβαση των Άγγλων στην Κορσική, τότε παραλήφθηκε και ο Κων/τίνος και μεταφέρθηκε στη Γαλλία, κι από τότε μπήκε στην υπηρεσία των Γάλλων• ο γιος αυτού Δημήτριος, ίλαρχος του ιππικού, που επονομάστηκε Κομνηνός και Στεφανόπουλος, αφού παρουσίασε στο Λουδοβίκο ΙΣΤ’ τις αποδείξεις (μαρτυρικά) της καταγωγής του από τους Κομνηνούς, πήρε από αυτόν δίπλωμα ευγενείας, όπως είπαμε στο παραπάνω αναφερόμενο έργο του. Κι όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν την Κορσική, τότε οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο Καργέσιο, αλλά αναγκάστηκαν να αλλάξουν την ενδυμασία τους φοβούμενοι τους γείτονές τους Κορσικανούς. Το 1792, καθώς η Γαλλική 191 Επανάσταση προχωρούσε με ταχύ ρυθμό, το χωριό αυτό θεωρήθηκε βασιλόφιλο και καταστράφηκε• αργότερα ξαναχτίστηκε στο ίδιο μέρος, αλλά οι Έλληνες παρέμειναν εκεί διατηρώντας γλώσσα και τη θρησκεία τους χωρίς να συγχωνευτούν με τους παλιούς κατοίκους, που τους χώριζε η θρησκεία και άλλες διαφορές. Λέγοντας αυτά για τους Κομνηνούς της Δυτ. Ευρώπης, δεν Θεωρούμε άσκοπο να προσθέσουμε και μερικά άλλα για την Άννα, την ταλαίπωρη εκείνη κόρη του Δαβίδ.
Όπως είναι γνωστό, αυτή οδηγήθηκε στο Μωάμεθ από τον πατέρα της, αλλ’ αυτός την έκλεισε πρώτα στο χαρέμι και ύστερα την έδωσε στο χότζα του, ο οποίος στη συνέχεια τη χώρισε, γιατί τηρούσε τη χριστιανική θρησκεία της• έτσι εξορίστηκε στην περιοχή της Τραπεζούντας, ίσως κοντά στη Σαγγαρή, που βρίσκεται νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας• από εκεί κατέφυγε πάνω από τα ονομαζόμενα Χαψία, 16 ώρες μακριά, και προς τα νότια της Τραπεζούντας, όπου έχτισε και χωριό που ονομαζόταν Κυρα Άννα ή και Κόρη Άννα• αλλά κι από εκεί εκβιάστηκαν οι Έλληνες της Άννας και άλλοι μεν εξισλαμίστηκαν, άλλοι δε μαζί με την Άννα κατέφυγαν μέσα στη Μούζενα, ανάμεσα στα απρόσιτα φαράγγια και στους απόκρημνους βράχους, όπου έστησαν τα σπίτια τους• υπάρχει μάλιστα εκεί, κοντά στο χωριό Χάψι, εκκλησία των Ταξιαρχών, όπου βρίσκεται η εξής δυσανάγνωστη επιγραφή της εποχής εκείνης πάνω στο σουβά, κοντά στην αγία Τράπεζα, όπως λέει ο Ιωαννίδης: “Βλέπεις το δείγμα της ευσεβούς ζωής και της βαθιάς πίστης• η Άννα, κόρη του Δαβίδ .. μαζί με τα παιδιά της … γιατί είδαν αυτοί το ναό του Ταξιάρχη αδιαμόρφωτο, γεμάτο φθορές και μαυρισμένο εσωτερικά … και τον εξωράισε για χάρη των αμαρτωλών, ώστε να βοηθήσει στη λύτρωση και στη σωτηρία των θνητών … όλοι προσκυνούμε δουλικά Σωφρονίου εξάρχου και πρεσβυτέρου Νικολάου, ιστοριογράφου”. Αυτά σχετικά με τους Μεγάλους Κομνηνούς και τους δήθεν άμεσους απογόνους τους από αρρενογονία.
Ενώ, λοιπόν, έτσι διασκορπίστηκαν οι Έλληνες της Τραπεζούντας και της γύρω περιοχής στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, πολλοί που κατέφυγαν στην Κων/πολη αναφέρονται στην Ιστορία ότι είχαν μεγάλη δύναμη στη βασιλεύουσα. Τέτοιοι είναι και άλλοι αλλά ιδίως ονομαστικά αναφέρονται ο πρωτοβεστιάριος Γεώργιος Αμοιρούτσης και οι γιοι του Μεχμέτ μπέης, ο οποίος μετέφρασε στην αραβική πολλά ελληνικά βιβλία, και Σκεντέρμπεης, οι οποίοι έγιναν αίτιοι πολλών κακών και στην Εκκλησία και στο Έθνος.
Και ο μεν Γεώργιος Αμοιρούτσης, για τον οποίο θα πούμε τα σχετικά στη γραμματολογική κίνηση της Τραπεζούντας, αφού ήρθε στην Κων/πολη, με τη βοήθεια του Μαχμούτ πασά, που ήταν ξάδελφός του, και της συγγενούς του Κυρα Μαρούς, ασκούσε μεγάλη επιρροή πάνω στα εθνικά και εκκλησιαστικά πράγματα• όταν μάλιστα οδηγήθηκε αιχμάλωτη η σύζυγος του Δούκα των Αθηνών, κόρη του Δημητρίου του Ασάν, επειδή η ομορφιά της μάγεψε τον φιλόσοφο, παρότι ήταν παντρεμένος, αποφάσισε να πάρει αυτή για γυναίκα, χωρίζοντας την άλλη που είχε. Επειδή όμως ο πατριάρχης Ιωάννης Α’ δεν έδινε άδεια γι’ αυτό το γάμο, παρακάλεσε τον ξάδελφό του Μαχμούτ να πιέσει τον τότε πατριάρχη ώστε να επικυρώσει αυτή τη παράνομη πράξη• έτσι ο Πατριάρχης μαζί με τον εκκλησιάρχη Μάξιμο προσκλήθηκαν από τον Μαχμούτ και τους έγιναν πολλές παρακλήσεις ώστε να συγχωρήσει αυτόν το γάμο• επειδή όμως και ο Πατριάρχης και ο Εκκλησιάρχης δεν πείστηκαν, παρακάλεσαν το Σουλτάνο, ο οποίος θύμωσε και διέταξε του μεν Πατριάρχη να κόψουν τη γενειάδα, του δε Εκκλησιάρχη να αποκόψουν τη μύτη• ύστερα τους καθαίρεσε, ο δε φιλόσοφος Αμοιρούτσης πέτυχε αυτό που ήθελε. Αλλά, λίγο αργότερα, ενώ έπαιζε τάβλι, κατά τον Πτωχοπρόδρομο, και άπλωνε το χέρι για να πάρει τα ζάρια, έπαθε αποπληξία και πέθανε.
Μετά την έξωση του πατριάρχη Ισιδώρου, εκλέχτηκε το 1469 από την Εκκλησία ο Μάρκος Β’, άνδρας μορφωμένος κι αυτός. Αλλά οι φίλοι των γιων του Αμοιρούτση και άλλοι Τραπεζούντιοι, που ζούσαν στην Κων/πολη από τον καιρό της άλωσης της Τραπεζούντας, έχοντας τα μέσα στην αυλή του σουλτάνου, συκοφάντησαν το Μάρκο ως αιρετικό• και, παρότι αυτός απολογήθηκε για την αθωότητά του, εγκαταλείφθηκε απ’ όλους και εκλέχτηκε πατριάρχης πρώτα ο Συμεών ο Τραπεζούντιος, μητροπολίτης Τραπεζούντας και ένας από τους τότε λογίους (1472_1475).
Ο Συμεών ο Τραπεζούντιος ήταν άντρας που τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν στην Τραπεζούντα για τις ποιμαντικές του ικανότητες• αλλά λέκιασε τη δόξα του η αποδοχή της εκλογής του ως πατριάρχη, που οφειλόταν σε φιλοδοξία. Όμως σε λίγο έπαθε κι αυτός τα ίδια, όπως λέει ο Ζαχαρίας Μαθάς. Γιατί οι κληρικοί της Κων/πολης διαφωνούσαν μεταξύ τους για το θέμα αυτό• άλλοι ήθελαν την αποκατάσταση του Μάρκου, που απομακρύνθηκε από το θρόνο παράνομα, κι άλλοι αντιδρούσαν θέλοντας τον Συμεών, που ήδη είχε συμπληρώσει δυόμισι χρόνια ως πατριάρχης. Βλέποντας αυτά η Κυρά Μαρώ, μητριά του σουλτάνου Μωάμεθ, έκρινε καλό να αναδείξει πατριάρχη τον τότε επίσκοπο Φιλιππουπόλεως Διονύσιο, τον οποίο από παλιά σεβόταν και τιμούσε. Βάζει λοιπόν πάνω σε ασημένιο δίσκο χίλια χρυσά φλουριά και πάει και τα δίνει στο σουλτάνο ζητώντας την εντολή της μετάθεσης του Διονυσίου από τη Φιλιππούπολη στο Πατριαρχείο. Ο σουλτάνος δέχεται τη δωρεά και λέγοντας “Κάνε, μητέρα, ό,τι Θέλεις” διατάζει αμέσως να αυξηθεί στο εξής ο φόρος κάθε νέου πατριάρχη στο διπλάσιο, δηλ. 2.000 χρυσά φλουριά, και παράλληλα διώχνεται ο Συμεών, ο οποίος πήγε και μόνασε στη μονή της Στενημάχου (Μπατσκόβου;)• ο προκάτοχός του Μάρκος μετατίθεται στη μητρόπολη Αχριδών, ενώ προάγεται για δεύτερη φορά στην πατριαρχία (1476) ο Διονύσιος Α’, που ήταν από την Πελοπόννησο. Και ως διάδοχός του στο θρόνο κλήθηκε πάλι ο Συμεών, για δεύτερη φορά, που αναγκάζεται να καταβάλει πάλι όχι χίλια αλλά 2.000 χρυσά φλουριά• γιατί τόσα ήταν γραμμένα στο δημόσιο προϋπολογισμό και τόσα απαιτούσε κατηγορηματικά ο θησαυροφύλακας. Κι αφού άσκησε άλλα τρία χρόνια την πατριαρχεία ο Συμεών, διώχνεται από το θρόνο, ύστερα από καινούριες συκοφαντίες. Γιατί πολλές φορές αυτός που δημιουργεί κάποιο δημόσιο κακό, αυτός πρώτος γεύεται τον καρπό των πράξεών του. Έτσι παραγκωνίζεται και διαδέχεται τον Συμεών ο Ραφαήλ Α’. Αλλά και τρίτη φορά ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Συμεών, όπως απέδειξε ο Αθ. Παπαδόπουλος—Κεραμέας. Αλλά γρήγορα και πάλι διώχτηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και πέθανε ως ιδιώτης επί του πατριάρχη Νήφωνα Β το 1489, αφήνοντας μεγάλη περιουσία την οποία δήμευσε ο σουλτάνος Βαγιατζής Β, με τις ραδιουργίες του χασναδάρ—αγά Σκενδέρμπεη, γιου του Γεωργίου Αμοιρούτση, ο οποίος είχε κληρονομικές απαιτήσεις επί της περιουσίας του, επειδή ήταν συμπατριώτες! Έτσι ο Νήφων Β’ καθαιρείται, δημεύεται η περιουσία του και, μαζί μ’ αυτήν και όλα τα χρυσά και ασημένια αντικείμενα και αφιερώματα του Πατριαρχείου! Αυτή ήταν η σουλτανική δικαιοσύνη! Ο Συμεών κατά την πρώτη του πατριαρχεία εξέδωσε αποφάσεις που επικύρωναν τα παλιά προνόμια της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, της Μονής της Θεοτόκου στη Μυτιλήνη και της Μονής της Θεοτόκου της Κοσινίτσης στη Δράμα. Κατά δε την τρίτη ίσως πατριαρχεία του, το 1482 συγκλήθηκε σύνοδος που αυτοονομάστηκε “οικουμενική”, η οποία αποκήρυξε τις αποφάσεις της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας και τύπωσε την ακολουθία που τελείται για τους επιστρέφοντες στην Ορθοδοξία από την Παπική Εκκλησία. Να σημειωθεί ότι αφού κάναμε λόγο εδώ για τον Συμεών, δε θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτόν στο κεφάλαιο για τους λόγιους άντρες της Τραπεζούντας.
Τέτοιες ανωμαλίες προκάλεσαν οι Τραπεζούντιοι της Κων/πολης στην Εκκλησία και στο Έθνος κατά τα πρώτα χρόνια της δουλείας. Κι όταν Το 1481 πέθανε ο κατακτητής Μωάμεθ, ανέλαβε το θρόνο ο Βαγιατζής Β’, ο οποίος μοίρασε την εξουσία στους γιους του, παραχωρώντας στον καθένα μια επαρχία. Έτσι η Τραπεζούντα δόθηκε στον Σελήμ ο οποίος κάποτε, κυνηγώντας στην περιοχή του όρους Μελά, όπου βρισκόταν η Μονή της Σουμελά, είδε φως από μακριά στη Μονή και διέταξε να την γκρεμίσουν• ενώ όμως οι στρατιώτες του ετοιμάζονταν να εκτελέσουν τη διαταγή του κυρίου τους, ξαφνικά τον έπιασε μια λιποθυμία• τότε οι ακόλουθοί του εξήγησαν στον Σελήμ ότι η Μονή είναι της Παρθένου Μαρίας και ότι δεν έκανε καλά που έδωσε τέτοια διαταγή. Ο Σελήμ μετάνιωσε αμέσως και υποσχέθηκε ότι, αν τον αξιώσει (η Παναγία) να γίνει βασιλιάς, θα προσφέρει πολλά στη Μονή• πράγματι, όταν κατόπιν έγινε σουλτάνος (1592—1520), έκανε πολλά δώρα ανάμεσα στα οποία σώζονται ως τις μέρες μας τρεις μεγάλες λαμπάδες• επίσης, επικύρωσε με χρυσόβουλο (χάτι—σερίφ) και όσα προνόμια απολάβαινε
η Μονή επί των Κομνηνών. Και δυο φορές ο Σουλτάν Σελήμ επισκέφθηκε την Τραπεζούντα πολεμώντας κατά των εχθρών του στην Περσία και Μεσοποταμία και τα στρατεύματά του πέρασαν στο Μεϊτάνι, που από τότε ονομάστηκε Σκεντέρ πασά Δζαμισή• και μια τουρκική επιγραφή της εποχής αυτής πάνω στη διπλανή βρύση γράφει: “η βρύση αυτή χτίστηκε για την ψυχή του Σκεντέρ πασά, γιου του Μουσταφά, λιβά δε (υποστρατήγου) του Σουλτάνου Σελήμ,, κατά το έτος της Εγείρας 840 (=1512)”.
Τη Μονή της Σουμελά πολύ προστάτεψε και ο Σελήμ Γ’ ο Μέθυσος (1566—1574) το 1566, όταν λένε ότι παντρεύτηκε και κάποια Μαρία από τη Δουβερά ή Λιβερά, χωριό που βρισκόταν σε απόσταση 6 ωρών νότια της Τραπεζούντας, καθώς περνούσε από κει για τον πόλεμο κατά των Περσών.
Τη Μαρία μετονόμασε Γκιουλ- Μπαχάρ (=ρόδο της άνοιξης), την πήρε στην Κων/πολη και την έκανε σουλτάνα, από την οποία απέκτησε τον Μουράτ Γ’ (1574—1594). Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Γκιουλ-Μπαχάρ απέκτησε τόση επιρροή μέσα στην αυλή, ώστε οι χριστιανοί απέκτησαν μεγάλα δικαιώματα και προάχθηκαν σε ανώτατες θέσεις• ακόμα κι αυτή τη θέση του βεζύρη τόλμησε να την προσφέρει σε χριστιανό• επίσης δόθηκε ελευθερία και στη Μεγάλη Εκκλησία και στους υπηκόους της. Αυτά όμως προκάλεσαν την οργή των Οθωμανών, και προπαντός των Ουλεμάδων, τόσο ώστε ο Σουλτάν Σελήμ, για να σώσει τον εαυτό του και την αγαπημένη του Γκιουλ—Μπαχάρ, αναγκάστηκε να τη στείλει στην Τραπεζούντα μαζί με το γιο της Μουράτ, όπου απολάβαινε όλες τις τιμές και τη διατροφή. Η διαμονή της σουλτάνας στην Τραπεζούντα πρόσφερε στους χριστιανούς αρκετή χαρά και ανάπαυση από τα δεινά• στο μεταξύ όμως πέθανε, ο δε Μουράτ συνέχισε να διαμένει στην Τραπεζούντα παίρνοντας ανατροφή μάλλον ελληνική. Η Γκιουλ—Μπαχάρ τάφηκε σε μεγαλοπρεπές μαυσωλείο, που σώζεται στην είσοδο του ιμαρετίου, το οποίο ιδρύθηκε στη μνήμη της και διατηρείται μέχρι σήμερα.
Ο Μουράτ ο Γ’, όταν ανέβηκε στο θρόνο των Οσμανιδών, έδειξε μεγάλη εύνοια στην Τραπεζούντα, η οποία έτσι, περιβαλλόμενη από τη σουλτανική στοργή, έγινε κέντρο εμπορίου και τεχνών. Ακόμα και τα σχολεία των Ελλήνων άκμαζαν και τα μοναστήρια χρησίμευαν ως σπουδαστήρια για τους περίοικους χριστιανούς. Υπήρχαν επίσης πολλοί βαθύπλουτοι Έλληνες έμποροι και πολλοί μορφωμένοι εμφανίζονται μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα. Απόδειξη γι’ αυτά είναι τα σωζόμενα ακόμα στα διάφορα μοναστήρια φιλολογικά, φιλοσοφικά, θεολογικά, ιατρικά, αστρονομικά και γεωγραφικά συγγράμματα, με τα οποία ήταν γεμάτες οι βιβλιοθήκες των μονών. Και για το εμπόριο της εποχής αυτής μπορεί κανείς να πει ότι άκμαζε• διότι αυτοί που έφυγαν από την Τραπεζούντα και τις γύρω περιοχές γύρω στο 1700 περίπου και πήγαν σε διάφορα μέρη, αναδείχτηκαν γρήγορα.
Και αφήνοντας αυτούς που κατέφυγαν στη Μολδοβλαχία, Χερσώνα και Γεωργία, αναφέρω τις οικογένειες των Υψηλάντηδων, των Μουρούζηδων, των Καρατζάδων και των Ρίζων, οι οποίοι, μόλις έφτασαν στην Κων/πολη, όπου κατέφυγαν, διακρίθηκαν στο εμπόριο και προπάντων στην πολιτική• αυτό δεν θα γινόταν, βέβαια, αν δεν ήταν εύποροι και δεν διακρίνονταν για τα πλούτη και τη μόρφωσή τους, προσόντα τα οποία είχαν λόγω της πολιτικής γαλήνης και ησυχίας των χριστιανών που επικράτησε για πολύ καιρό στην Τραπεζούντα εκ μέρους της οθωμανικής εξουσίας και των ίδιων των Οθωμανών.
Αλλά από το 1665 και εξής, όπως είπαμε, αφ’ ενός η αδυναμία και η εξαχρείωση των αρχόντων και αφ’ ετέρου η πλεονεξία των Οθωμανών και η εμφάνιση των Τερεμπέγηδων, που ήταν ισχυροί αρχηγοί οικογενειών, κατάφεραν καίριο πλήγμα εναντίον της αυξανόμενης προόδου των περιοχών αυτών• έτσι, την τελευταία αυτή εποχή, καταφέρθηκαν τα τελευταία και καταστρεπτικά χτυπήματα για τη χώρα και για τους χριστιανούς. Διότι οι περισσότεροι αλλαξοπίστησαν ή έφυγαν σε άλλα μέρη• έτσι οι ωραίες και πολυάνθρωπες περιοχές ερημώθηκαν και το εμπόριο σταμάτησε εντελώς, ενώ η γεωργία και η βιομηχανία έσβησαν οριστικά για τη χώρα αυτή.
Γύρω από την Αγία Σοφία και τα Πλάτανα διώχτηκαν περίπου 8.000 χριστιανικές οικογένειες, οι οποίες κατέφυγαν στις ορεινές θέσεις της Τόνιας, όπου σιγά σιγά εξισλαμίστηκαν αλλά διατήρησαν τη γλώσσα τους• ενώ όσοι έφυγαν γύρω από την Κρώμνη (Κρωμλήδες), αυτοί, αν και εξισλαμίστηκαν, όμως διατήρησαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά μπροστά στους άλλους ήταν μουσουλμάνοι ενώ κρυφά τελούσαν την προγονική λατρεία τους• αυτοί ζούσαν έτσι μέχρι πριν 40 χρόνια, ώσπου οι περισσότεροι δήλωσαν τελικά ότι είναι χριστιανοί και τώρα πιστεύουν ανεμπόδιστα στη θρησκεία των πατέρων τους, έχοντας ως μόνη υποχρέωσή τους να στρατολογούνται! Στα προηγούμενα είπαμε ότι ο εξισλαμισμός έγινε πολύ σφοδρός και οι χριστιανοί πιέζονταν με κάθε τρόπο, ιδίως στη Λαζική, όπου το σύνθημα της αλλαξοπιστίας έδωσε ο Αλέξανδρος, επίσκοπος Όφεως, ο οποίος — εξαιτίας μερικών παραπόνων που είχε εναντίον του μητροπολίτη Τραπεζούντας – προσχώρησε στη μωαμεθανική θρησκεία μετονομαζόμενος σε Σκεντέρ Πασά• λένε μάλιστα γι’ αυτόν ότι έγινε και διοικητής Τραπεζούντας και άφησε απογόνους που ζουν μέχρι σήμερα και ονομάζονται Χουσάμ Ογλούδες. Από την εποχή αυτή άρχισε η φυγή των χριστιανών κι έτσι επήλθε η ερήμωση των περιοχών αυτών, που άλλοτε ήταν γεμάτες κόσμο. Το άσχημο είναι ότι μετανάστευσαν σε ξένα μέρη και συγχωνεύτηκαν. Τέτοια ήταν η καταστροφή των χριστιανών της χώρας αυτής• από τότε επικράτησε εκεί η βία και η αθλιότητα και σι εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των Τούρκων μπέηδων, έτσι ώστε κάθε χωριό αποτελούσε αυτόνομο κρατίδιο και η φωνή της κυβέρνησης δεν ακουγόταν πια, αλλά ο ισχυρότερος έκανε ό,τι ήθελε• μόνο τα μοναστήρια διατηρούσαν κάποιο γόητρο απέναντι στους τυράννους και χρησίμευαν όχι μόνο ως παρηγοριά και καταφύγιο των χριστιανών, αλλά και ως σχολεία για όσους κατοικούσαν γύρω απ’ αυτά. Πολλοί από αυτούς που μετανάστευσαν έτσι σε διάφορα μέρη διακρίθηκαν• και μέχρι σήμερα οι οικογένειες αυτών είναι φημισμένες, υπάρχουν δε αρκετοί απ’ αυτούς στη Ρωσία και Μολδαβία και αλλού• όσοι, πάλι, κατέφυγαν στο Βυζάντιο διέσωσαν όχι μόνο τα επίθετά τους αλλά συγκαταλέγονται ανάμεσα στους σημαντικότερους άντρες του ελληνικού έθνους. Τέτοιοι είναι, όπως είπαμε προηγουμένως, οι Υψηλάντες, οι Μουρούζηδες, Ρίζοι, οι Καρατζάδες, οι Κατακουζηνοί και άλλοι, των οποίων τα επίθετα συνηθίζονταν στην Τραπεζούντα πριν από αιώνες, όπως θα πούμε στο β’ τόμο, που περιλαμβάνει αναλυτικά την ιστορία της Τραπεζούντας από το 1461 μέχρι τις μέρες μας.
Εξαίρεση από την τρομοκρατική αυτή κατάσταση που βασίλευε στην Τραπεζούντα, και η οποία κράτησε μέχρι το 1840, αποτελούσαν οι Έλληνες της περιοχής της Χαλδίας, που παρέμειναν χριστιανοί χάρη στα πλούσια σε άργυρο (ασήμι) μεταλλεία της περιοχής εκείνης, γι’ αυτό και η πόλη εκεί ονομαζόταν Αργυρούπολη (Γκιουμους—χανέ). Αυτοί απολάμβαναν μεγάλα δικαιώματα σαν άνθρωποι της κυβέρνησης (μπεγλικτζήδες) και οι πρωτομάστοροι ή αρχιμεταλλουργοί είχαν τέτοια δύναμη και επιρροή και στην Τραπεζούντα και στην Κων/πολη, ώστε οι διοικητές της περιοχής αυτής εξαρτώνταν από ένα νεύμα τους. Για τα μεταλλουργεία αυτά έχουμε πολλά πατριαρχικά σιγγίλια, που εκδόθηκαν από τον Τριανταφυλλίδη και τον Αθ. Π. Κεραμέα, που ανέγραψε από την Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη τους τίτλους πολλών ανέκδοτων σιγγιλίων. Άκμασαν δε και εκεί τα μοναστήρια, αναδείχνοντας, με την παιδεία που πρόσφεραν, πολλούς λογίους και υπέρμαχους της πίστης και της ελληνικής φυλής. Αλλά δυστυχώς και εδώ, από το 1806 και μετά μέχρι το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, όταν καταργήθηκαν τα προνόμιά τους και παραμελήθηκαν τα μεταλλεία, η περιοχή έπεσε σε φτώχεια• και πολλοί από τους εργαζόμενους εκεί, γύρω στις 2.000 οικογένειες, που θεωρήθηκαν ως ρωσόφιλοι, μετανάστευσαν στη Ρωσία. Έτσι, λοιπόν, αναστατωνόταν η χώρα πότε από αυτούς και πότε από τους άλλους και άρχισε να βρίσκει την ησυχία της μόλις το 1840, όταν διορίστηκε Γενικός Διοικητής και εφαρμοστής του Διατάγματος (Τανζιματίου) που εκδόθηκε το 1839 (21 Οκτωβρίου) ο Οσμάν πασάς, ο οποίος με βάση τη νέα διοικητική διαίρεση του κράτους κυβέρνησε δραστήρια και τους περισσότερους ευγενείς και Τερεμπέγηδες τους δάμασε με σταθερή δύναμη. Ο διοικητής αυτός, με δικά του χρήματα κατασκεύασε υδραγωγείο φέρνοντας το νερό του ποταμού στην πόλη από απόσταση δύο ωρών. Στην εποχή του οι Τραπεζούντιοι έχτισαν το σχολείο και τον ιερό ναό του Χριστού, αλλά οι Οθωμανοί εξοργίστηκαν και τα κατεδάφισαν αμέσως. Και, παρότι καταδικάστηκαν να πληρώσουν την αποζημίωση, οι χριστιανοί δεν τη δέχτηκαν, αλλά αρκέστηκαν απλώς να τα ξαναχτίσουν. Όταν πέθανε ο Οσμάν πασάς, τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Απτουλλάχ πασάς, άνθρωπος νωθρός και κοιμισμένος, εχθρός των χριστιανών και γεμάτος από κάθε κακία. Έπειτα ήρθε ως διοικητής ο Χαλήλ πασάς (27 Ιανουαρίου 1848), ο οποίος με την αυστηρότητα και τη δικαιοσύνη του έφερε τα πράγματα σε τάξη• όμως η αυστηρότητά του προκάλεσε την αγανάκτηση των ευγενών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ως όργανό τους εναντίον του τον Γκιορ Χουσεΐν Εφένδη, Λαζό, ο οποίος ξεσήκωσε επανάσταση στη Λαζία (11 Ιουλίου) βάζοντας σε μεγάλο κίνδυνο τους χριστιανούς. Αλλά ο Χαλήλ στέλνοντας 7.000 τακτικούς και άτακτους άνδρες με αρχηγό τον Καγιόγλου, τον νίκησε κοντά στην Άτζαλα και τον ανάγκασε να παραδοθεί• στη συνέχεια τον έπιασε και τον έστειλε δεμένο στην Κων/πολη, καταστέλλοντας έτσι την επανάστασή του. Όταν ο Χαλήλ πασάς έφυγε, τον διαδέχτηκε ο Ισμαήλ, στην εποχή του οποίου ξέσπασε χολέρα, που έκανε μεγάλη ζημιά στη χώρα. Μετά από αυτόν διοικητές Τραπεζούντας έγιναν με τη σειρά ο Χαγρεδίν πασάς, ο Ρουστέμ, ο Σαμή πασάς και ο Ιζέτ πασάς. 
Στην εποχή του Χαγρεδίν, όταν το Χάτι—χουμαγιούν του 1856, το οποίο μπορεί να δει ο ενδιαφερόμενος στην “Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”, επικύρωσε την ελευθερία της θρησκείας, όσοι από πολλά χρόνια ήταν αναγκασμένοι φανερά μεν να φαίνονται Μουσουλμάνοι και μυστικά να τελούν τη χριστιανική λατρεία, όπως είπαμε, τόλμησαν και ομολόγησαν με θάρρος το χριστιανισμό. Αυτοί ήταν, συνήθως, Κρωμναίοι και γείτονές τους, και μερικοί από τη Χαλδία και τη Ματσούκα, και ελάχιστοι από άλλες επαρχίες. Σ’ αυτή την πράξη προέβησαν για τον εξής λόγο: επί Χαγρεδίν πασά, ο Πέτρος Σάββα Σιδηρόπουλος, από την Κρώμνη, εργαζόμενος ως κλητήρας στον πρόξενο των ιταλικών κρατών Φάβρη, που ήταν άνθρωπος πολύ χριστιανός, μη υποφέροντας πλέον έναν τέτοιο περιορισμό, φανέρωσε δημόσια τη χριστιανική του ιδιότητα και, αφήνοντας το τουρκικό όνομα Πεχλήλ, πήρε το χριστιανικό όνομα Πέτρος. Μόλις μαθεύτηκε αυτό στην κυβέρνηση, κλήθηκε ο Πέτρος από τον Χαγρεδίν πασά, που ήταν λογικός άνθρωπος, και αφού ρωτήθηκε τρεις φορές από αυτόν και άλλες τρεις φορές μπροστά σε ολόκληρο συμβούλιο, με την παρουσία και του προξένου του, ομολόγησε με θάρρος τη χριστιανική του
πίστη• έτσι απολύθηκε από τη θέση του χωρίς καμιά άλλη παρατήρηση.
Αυτό ενθάρρυνε πολλούς, με αποτέλεσμα το Μάρτιο του 1857, στην εποχή του Ρουστέμ πασά, γύρω στους 150 δίπιστους (κλωστούς) να ανέβουν στη Μονή της Θεοσκεπάστου, και, με γραμματέα τον Δαμιανό Φωτιάδη, Κρωμναίο, ορκίστηκαν ότι όλοι θα μείνουν σταθεροί στην απόφασή τους και θα υποστούν με καρτερία και το θάνατο και την εξορία και οτιδήποτε άλλο• ύστερα υπέγραψαν για το σκοπό αυτό ένα συμφωνητικό και μάζεψαν με έρανο 18.700 γρόσια για τυχόν έξοδα και μπήκαν στο ναό. Εκεί παρακάλεσαν το Θεό να τους δώσει δύναμη και, αφού ασπάστηκαν χριστιανικά ο ένας τον άλλο, κατέβηκαν από εκεί και εξέλεξαν διμελή επιτροπή, που αποτελούνταν από τον Πέτρο Σιδηρόπουλο, που πρώτα ονομαζόταν Σουλεϊμάν. Στην περίπτωση αυτή πολύ βοήθησε και ο Γάλλος Ιωσήφ Ρικάρδος, από τη Μασσαλία, άνδρας φιλάνθρωπος και χριστιανός, ο οποίος — όντας τότε γραμματέας στο ρωσικό προξενείο της Τραπεζούντας — με πολλούς τρόπους τους ενθάρρυνε και τους βοηθούσε• αυτός έγραφε και συνέτασσε γι’ αυτό το θέμα εκθέσεις προς τα προξενεία και τις πρεσβείες των χριστιανικών Δυνάμεων, οι οποίες θεώρησαν δίκαιο το αίτημα και κατόρθωσαν να αναγνωριστούν επίσημα οι δίπιστοι ως χριστιανοί μονάχα, παρά τις διαμαρτυρίες των μουσουλμάνων.
Από τότε εκτός από τις κομματικές διαμάχες, τις εφορείες των Σχολών, και τα κατά διαστήματα παρουσιαζόμενα — ανεπιτρέπτως — αρχιερατικά ζητήματα, κανένα αξιόλογο πολιτικό ζήτημα δεν αναφέρεται στην ιστορία της Τραπεζούντας, παρά μόνο οι ασχήμιες που έγιναν κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877—1878, για τις οποίες έγραψε αρκετά ο βυζαντινός “Νεολόγος”• επίσης, πέρυσι (1896) απειλήθηκαν σφαγές των χριστιανών κατά την εξέγερση των Αρμενίων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δυστυχώς και Έλληνες, λόγω της μανίας του φανατισμένου όχλου των μουσουλμάνων. Από τότε επικρατεί ησυχία• μακάρι το έργο της ειρήνης και της εργασίας να στεφανώσει ο φοίνικας της ελευθερίας και πάνω στις ερειπωμένες επάλξεις της Τραπεζούντας να υψωθούν και πάλι, προς μεγάλη χαρά των Ελλήνων, οι αετοί των Μεγάλων Κομνηνών[………..].

Πηγή: Τρύφων Ευαγγελίδης ‘’Ιστορία της Ποντικής Τραπεζούντας’’ (εισαγωγή και σχόλια Κώστας Φωτιάδης), Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη 1994.

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Φτιάξε δωρεάν site ή blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: